παιδεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: εκπαίδευση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παιδεία οι παιδείες
      γενική της παιδείας των παιδειών
    αιτιατική την παιδεία τις παιδείες
     κλητική παιδεία παιδείες
Ο πληθυντικός αδόκιμος
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παιδεία < αρχαία ελληνική παιδεία < παιδεύω < παῖς (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική éducation)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παιδεία θηλυκό

  1. καλλιέργεια της προσωπικότητας ενός ανθρώπου σε όλους τους τομείς: πνευματικό, ηθικό, σωματικό κ.λπ., αγωγή, κουλτούρα, μόρφωση
  2. εκπαίδευση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]