παῖς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική παῖς παῖδε παῖδες
Γενική παιδός παιδοῖν παίδων
Δοτική παιδί παιδοῖν παισί(ν)
Αιτιατική παῖδ παῖδε παῖδᾰς
Κλητική παῖ παῖδε παῖδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παῖς < πρωτοελληνική *pā́wits < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *péh₂wids < *peh₂u- (συγγενές με το λατινικά puer και το σανσκριτικά पुत्र (putrá=γιος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παῖς αρσενικό ή θηλυκό

  1. το παιδί

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]