παιδαριώδης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παιδαριώδης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παιδαριώδης < παιδάρι(ον) + -ώδης
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pe.ða.ɾiˈo.ðis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : παι‐δα‐ρι‐ώ‐δης
Επίθετο
[επεξεργασία]παιδαριώδης, -ης, -ες
- (υποτιμητικά) για ενέργεια ή το αποτέλεσμα μιας εργασίας που δεν διαθέτει ωριμότητα ή τεχνική αρτιότητα, σαν να έγινε από κάποιο παιδί
- ※ διότι τὸ βλέμμα μου δὲν συναντᾷ ἢ τὰς κατηφεῖς, πρασινοκιτρίνους κεράμους τῶν ἔναντι οἰκιῶν, αἵτινες μοὶ φράσσουσι τὴν θελκτικὴν ἄποψιν τῆς παραλίας ὁδοῦ, καὶ τὰς πλινθοκτίστους καπνοδόχας τῶν ἐγγὺς ἀτμομηχανῶν, αἱ ὁποῖαι παρίστανται ἐνώπιόν μου ὡς δύο ἐλεειναί, παιδαριώδεις ἀπομιμήσεις τοῦ πύργου τοῦ Ἅϊφελ (Ανδρέας Μαρτζώκης, Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1892/Οι μικροί μαθηταί μου)
- ※ «Όταν ξέσπασε η θύελλα του 1848», σημειώνει ο Πλεχάνωφ, «οι Γάλλοι καλλιτέχνες εγκατέλειψαν ολοκληρωτικά τη θεωρία "η τέχνη για την τέχνη" χαραχτηρίζοντάς της σαν παιδαριώδη.» (Μήτσος Λυγίζος, Το νεοελληνικό πλάϊ στο παγκόσμιο θέατρο. Δραματολογική ανάλυση, αισθητική και ιστορική τοποθέτηση, τόμος 1, εκδ. Δωδώνη, 1980, σελ. 130)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- παιδαριώδης - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παιδαριώδης < παιδάρι(ον) + -ώδης
Επίθετο
[επεξεργασία]παιδαριώδης, -ης, -ες, υπερθετικός : παιδαριωδέστατος
- παιδιάστικος
- παιδαριώδης
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Φίληβοςw, 14d @scaife.perseus
- [ΣΩΚΡΑΤΗΣ] σὺ μέν, ὦ Πρώταρχε, εἴρηκας τὰ δεδημευμένα τῶν θαυμαστῶν περὶ τὸ ἓν καὶ πολλά, συγκεχωρημένα δὲ ὡς ἔπος εἰπεῖν ὑπὸ πάντων ἤδη μὴ δεῖν τῶν τοιούτων ἅπτεσθαι, παιδαριώδη καὶ ῥᾴδια καὶ σφόδρα τοῖς λόγοις ἐμπόδια ὑπολαμβανόντων γίγνεσθαι, […]
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, 2.1271a @scaife.perseus
- ἔτι δὲ καὶ τὴν αἵρεσιν ἣν ποιοῦνται τῶν γερόντων κατά τε τὴν κρίσιν ἐστὶ παιδαριώδης
- Επιπλέον, και ο τρόπος με τον οποίο εκλέγουν τους Γέροντες (Εφόρους) είναι παιδαριώδης όσον αφορά την κρίση της
- Μετάφραση παραθέματος: Βικιλεξικό.
- ἔτι δὲ καὶ τὴν αἵρεσιν ἣν ποιοῦνται τῶν γερόντων κατά τε τὴν κρίσιν ἐστὶ παιδαριώδης
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Φίληβοςw, 14d @scaife.perseus
Παράγωγα
[επεξεργασία]- παιδαριωδῶς (επίρρημα)
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη παῖς
Πηγές
[επεξεργασία]- παιδαριώδης - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- παιδαριώδης - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'μανιώδης' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ώδης (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'μανιώδης' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'μανιώδης' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ώδης (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλάτωνα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοτέλη (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)