παιδαριώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παιδαριώδης παιδαριώδης παιδαριώδες
γενική παιδαριώδους παιδαριώδους παιδαριώδους
αιτιατική παιδαριώδη παιδαριώδη παιδαριώδες
κλητική παιδαριώδη(ς) παιδαριώδης παιδαριώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παιδαριώδεις παιδαριώδεις παιδαριώδη
γενική παιδαριωδών παιδαριωδών παιδαριωδών
αιτιατική παιδαριώδεις παιδαριώδεις παιδαριώδη
κλητική παιδαριώδεις παιδαριώδεις παιδαριώδη

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παιδαριώδης < αρχαία ελληνική παιδαριώδης

Επίθετο[επεξεργασία]

παιδαριώδης -ης -ες

  • (υποτιμητικά) λέγεται για ενέργεια ή το αποτέλεσμα μιας εργασίας που δεν διαθέτει ωριμότητα ή τεχνική αρτιότητα, σαν να έγινε από κάποιο παιδί
παιδαριώδεις πράξεις, παιδαριώδης άποψη
το σχέδιο του μηχανικού ήταν παιδαριώδες


Μεταφράσεις[επεξεργασία]