παιδιάστικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παιδιάστικος < παιδί + -ιάστικος

Open book 01.svg Επίθετο[]

παιδιάστικος -η -ο

  1. που χαρακτηρίζει ένα παιδί, παιδικός
  2. (αποδοκιμαστικά) που ταιριάζει σε ένα παιδί, ανώριμος
    Άσε τα παιδιάστικα καμώματα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]