making

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
making makings

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

making (en)

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

making (en)