making

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
making makings

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

making (en)

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

making (en)