στόφα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στόφα στόφες
γενική στόφας στοφών
αιτιατική στόφα στόφες
κλητική στόφα στόφες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στόφα < ιταλική stoffa < γαλλική étoffe (1 & 2), αγγλική stove (3)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈstɔ.fa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στόφα θηλυκό

  1. βαρύ, γυαλιστερό ύφασμα πολύ μεγάλης αντοχής, που χρησιμοποιείται για ταπετσαρίες, καλύμματα επίπλων και κουρτίνες
    Σαλόνι με ευρωπαϊκή στόφα.
    Στα παράθυρα είχαν κουρτίνα από εμπριμέ στόφα.
  2. (μεταφορικά) ο ιδιαίτερος χαρακτήρας ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων
    Ο Αδόλφος Χίτλερ είχε τη στόφα μεγάλου πολιτικού.
    Ο Ολυμπιακός είχε τη στόφα του νικητή στο χθεσινό παιχνίδι.
  3. μαγειρική κουζίνα, που χρησιμοποιείται και σαν σόμπα, και καίει ξύλα
    Ενοικιάζεται δυομισάρι με στόφα και φρίζα.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]