σόμπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σόμπα σόμπες
γενική σόμπας σομπών
αιτιατική σόμπα σόμπες
κλητική σόμπα σόμπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σόμπα < τουρκική soba < ουγγρική szoba (=δωμάτιο) < παλαιά υψηλή γερμανική stuba < πρωτογερμανικά *stubō (=δωμάτιο, καθιστικό, φούρνος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σόμπα θηλυκό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]


Σερβοκροατικά (sh) [επεξεργασία]

soba

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Στο βορειοελλαδικό σλαβοφωνικό γλωσσικό ιδίωμα σόμπα και δωμάτιο ντόμα (πρβ. δώμα), ενώ στη σλαβομακεδονική σημαίνει δωμάτιο και petska η σόμπα αντίστοιχα.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]