σόμπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σόμπα σόμπες
γενική σόμπας σομπών
αιτιατική σόμπα σόμπες
κλητική σόμπα σόμπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

σόμπα < τουρκική soba < ουγγρική szoba (δωμάτιο) < παλαιά άνω γερμανική stuba < πρωτογερμανική *stubō (=δωμάτιο, καθιστικό, φούρνος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

σόμπα θηλυκό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Στο βορειοελλαδικό σλαβοφωνικό γλωσσικό ιδίωμα σόμπα και δωμάτιο ντόμα (πρβ. δώμα), ενώ στη σλαβομακεδονική σημαίνει δωμάτιο και petska η σόμπα αντίστοιχα.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

σόμπα < ιαπωνική そば ή 蕎麦

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

σόμπα ουδέτερο άκλιτο

  1. ιαπωνικά νουντλ από φαγόπυρο
  2. ιαπωνική ποικιλία φαγόπυρου (αντέχει σε φτωχό και κρύο έδαφος, όμως δεν είναι αποδοτικό όσο το σιτάρι)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]