Μετάβαση στο περιεχόμενο

θέρμανση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θέρμανση οι θερμάνσεις
      γενική της θέρμανσης* των θερμάνσεων
    αιτιατική τη θέρμανση τις θερμάνσεις
     κλητική θέρμανση θερμάνσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, θερμάνσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θέρμανση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θέρμανσις < θερμαίνω < θερμός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈθeɾ.man.si/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θέρμανση θηλυκό

  1. η ενέργεια του θερμαίνω
      οι ηλιακοί συλλέκτες χρησιμεύουν στη θέρμανση του νερού χρήσης (εφημερίδα "Καθημερινή", 8 Νοεμβρίου 2003)
      Τό ἄρθρον 2 τοῦ Β΄ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ των ἐξόδων, φέρον τόν τίτλον «Ἔξοδα γραφείου καί διαχειρίσεως», ὑποδιαιρούμενα εἰς θέρμανσιν καί φωτισμόν, εἰς γραφική ὕλην καί λοιπά, εἰς τηλεγραφικά καί ταχυδρομικά τέλη καί φύλακτρα χρεωγράφων, ἀναγράφει ἐν ὅλῳ δαπάνην δράχ. 1360 (Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1893, σελ. 62)
  2. συσκευή ή σύστημα που θερμαίνει ένα χώρο

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]