μπουρί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπουρί μπουριά
γενική μπουριού μπουριών
αιτιατική μπουρί μπουριά
κλητική μπουρί μπουριά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουρί < τουρκική boru (σωλήνας) < παλαιοτουρκικά burğu ‎< bur

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουρί ουδέτερο

  • μεταλλικός σωλήνας που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά, προς τα έξω, του καπνού από σόμπα ή παρεμφερείς συσκευές

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]