boru

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αστουριανά (ast) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

boru (ast)

  1. το βόριο



Κορσικανικά (co)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

boru (co)

  1. το βόριο



Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

boru (eo)

  • προστακτική του ρήματος bori



Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

boru (tr)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]