μπουρού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μπουρού οι μπουρούδες
      γενική της μπουρούς των μπουρούδων
    αιτιατική την μπουρού τις μπουρούδες
     κλητική μπουρού μπουρούδες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουρού < τουρκική boru

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουρού θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος) συρίκτρα πλοίου ή εργοστασίου
  2. (ναυτικός όρος) μεγάλο όστρακο/κοχύλι που χρησιμοποιείται από μικρά σκάφη, π.χ. αλιευτικά, σπογγαλιευτικά κ.ά. ως συρίκτρα (σφυρίχτρα)
  3. σάλπιγγα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]