πεποίθηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πεποίθηση πεποιθήσεις
γενική πεποίθησης
& πεποιθήσεως
πεποιθήσεων
αιτιατική πεποίθηση πεποιθήσεις
κλητική πεποίθηση πεποιθήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεποίθηση < ελληνιστική κοινή πεποίθησις < αρχαία ελληνική πείθω (παρακείμενος μ.φ. πέποιθα) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰeydʰ- (εμπιστεύομαι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pεˈpi.θi.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πεποίθηση θηλυκό

  1. βεβαιότητα
  2. εμπιστοσύνη
  3. (πληθυντικός) πεποιθήσεις: αρχές, αξίες, ιδεολογία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]