Μετάβαση στο περιεχόμενο

πεποίθηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πεποίθηση οι πεποιθήσεις
      γενική της πεποίθησης* των πεποιθήσεων
    αιτιατική την πεποίθηση τις πεποιθήσεις
     κλητική πεποίθηση πεποιθήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, πεποιθήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πεποίθηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πεποίθησις[1] < αρχαία ελληνική πείθω (παρακείμενος μ.φ. πέποιθα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰeydʰ- (εμπιστεύομαι)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /peˈpi.θi.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πεποίθηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πεποίθηση θηλυκό

  1. βεβαιότητα
  2. εμπιστοσύνη
  3. (πληθυντικός) πεποιθήσεις: αρχές, αξίες, ιδεολογία, άποψη, γνώμη
      Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Μέρους καλύπτουν τό σύνολον τῶν πληθυσμῶν τῶν εἰς τήν σύρραξιν μετεχουσῶν χωρῶν ἄνευ οἱασδήποτε δυσμενοῦς διακρίσεως στηριζομένης ἰδία ἐπί ζητημάτων φυλῆς, ἐθνικότητος, θρησκείας ἤ πολιτικῶν πεποιθήσεων καί τείνουν νά μετριάσουν τά ὑπό τοῦ πολέμου προκαλούμενα δεινά. (Νόμος 3481/1955, Περί κυρώσεως των Συμβάσεων της Γενεύης της 12ης Αυγούστης 1949, άρθρο 13)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]