conviction

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

conviction (en)

  1. η πεποίθηση
  2. η καταδίκη



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

conviction 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

conviction (fr) θηλυκό (πληθυντικός convictions)