conviction

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

conviction (en)

  1. η πεποίθηση
  2. η καταδίκη



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

conviction 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

conviction (fr) θηλυκό (πληθυντικός convictions)