πεπεισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πεπεισμένος πεπεισμένη πεπεισμένο
γενική πεπεισμένου πεπεισμένης πεπεισμένου
αιτιατική πεπεισμένο πεπεισμένη πεπεισμένο
κλητική πεπεισμένε πεπεισμένη πεπεισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πεπεισμένοι πεπεισμένες πεπεισμένα
γενική πεπεισμένων πεπεισμένων πεπεισμένων
αιτιατική πεπεισμένους πεπεισμένες πεπεισμένα
κλητική πεπεισμένοι πεπεισμένες πεπεισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεπεισμένος < μετοχή παρακειμένου του πείθομαι (με αναδιπλασιασμό)

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πεπεισμένος -η -ο και πεισμένος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]