Μετάβαση στο περιεχόμενο

convinced

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός convinced
συγκριτικός more convinced
υπερθετικός most convinced

convinced (en)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

convinced (en)