αυτοπεποίθηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αυτοπεποίθηση | οι | αυτοπεποιθήσεις |
| γενική | της | αυτοπεποίθησης* | των | αυτοπεποιθήσεων |
| αιτιατική | την | αυτοπεποίθηση | τις | αυτοπεποιθήσεις |
| κλητική | αυτοπεποίθηση | αυτοπεποιθήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αυτοπεποιθήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αυτοπεποίθηση < αυτο- + πεποίθηση, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-confidence
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αυτοπεποίθηση θηλυκό
- η πίστη κάποιου στον εαυτό του, ότι μπορεί να καταφέρει κάτι
- ※ Αν απαντούσε με αυτοπεποίθηση πως ήξερε ότι η ίδια αποτελούσε τον μεγάλο του έρωτα, κινδύνευε να αυτογελοιοποιηθεί, σε περίπτωση που της το διέψευδε (Πέλα Σουλτάτου, Ανκόρ, εκδ. Καστανιώτη, 2015)
Ο Γιώργος έχει διαβάσει πολύ καλά για τις εξετάσεις, αλλά δυστυχώς του λείπει η αυτοπεποίθηση
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)