αυτοπεποίθηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοπεποίθηση < αυτο- + πεποίθηση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτοπεποίθηση θηλυκό

  1. η πίστη κάποιου στον εαυτό του, ότι μπορεί να καταφέρει κάτι
    Ο Γιώργος έχει διαβάσει πολύ καλά για τις εξετάσεις, αλλά δυστυχώς του λείπει η αυτοπεποίθηση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]