aplomb

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

aplomb (en)

  1. η αταραξία, η αυτοπεποίθηση, η ψυχραιμία
  2. το τουπέ, το θράσος



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

aplomb < fil à plomb

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.plɔ̃/
aplomb 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

aplomb (fr) αρσενικό

  1. γραμμή κάθετη στο επίπεδο του ορίζοντα· απεικονίζεται από το νήμα της στάθμης
    Bien prendre l’aplomb.
  2. (κατ' επέκταση) ισορροπία, ευστάθεια ενός στερεού σώματος χάρη στη χρήση ενός νήματος της στάθμης
    Ce mur tient bien son aplomb, a perdu son aplomb.
    Cette muraille, toute vieille qu’elle est, a bien gardé son aplomb, a conservé son aplomb.
  3. (κατ' επέκταση) (τεχνολογία) συμμετρία σχημάτων
    Ses figures manquent d’aplomb.
    Cet artiste pèche par les aplombs.
  4. κατ' αναλογία, ισορροπία των μελών του σώματος ενός αλόγου
    Les aplombs d’un cheval.
  5. (μουσική) ακρίβεια στην τήρηση του μέτρου
  6. (μεταφορικά) σιγουριά στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται, μιλά, δρα κάποιος
    Ce jeune homme manque d’aplomb.
    Pour négocier de pareilles affaires, il faut avoir du sang-froid et de l’aplomb.
    Il a beaucoup d’aplomb.
    Cet acteur a de l’aplomb.

Εκφράσεις[επεξεργασία]



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

aplomb (nl)

  1. Aplomb.

Συνώνυμα[επεξεργασία]