κάθετος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάθετος < αρχαία ελληνική κάθετος (ενν. γραμμή) < αρχαία ελληνική καθίημι < ἵημι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κάθετος -η/-ος -ο

  1. εντελώς κατακόρυφος προς το πάτωμα
  2. (γεωμετρία) χαρακτηρισμός ευθείας ή ευθύγραμμου τμήματος που σχηματίζει γωνία 90 μοιρών με άλλη ευθεία ή ευθύγραμμο τμήμα
  3. (μεταφορικά) απόλυτος στους ισχυρισμούς του ή στις απαιτήσεις του, κατηγορηματικός

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάθετος θηλυκό

  1. ο κάθετος δρόμος ή κάθετη οδός
    στην τρίτη κάθετο που θα συναντήσεις θα στρίψεις αριστερά

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ο πους της καθέτου αποτελεί αρχή διά την γεωμετρίαν: ειρωνική έκφραση

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ κάθετος τὸ κάθετον οἱ, αἱ κάθετοι τὰ κάθετα
Γενική τοῦ, τῆς καθέτου τοῦ καθέτου τῶν καθέτων τῶν καθέτων
Δοτική τῷ, τῇ καθέτῳ τῷ καθέτῳ τοῖς, ταῖς καθέτοις τοῖς καθέτοις
Αιτιατική τὸν, τὴν κάθετον τὸ κάθετον τοὺς, τὰς καθέτους τὰ κάθετα
Κλητική κάθετε κάθετον κάθετοι κάθετα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική καθέτω
Γενική-Δοτική καθέτοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάθετος < καθίημι (=ρίχνω κάτω) < κατά + ἵημι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κάθετος, -ος, -ον

  1. κάθετος, κατακόρυφος