ισορροπία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ισορροπία ισορροπίες
γενική ισορροπίας ισορροπιών
αιτιατική ισορροπία ισορροπίες
κλητική ισορροπία ισορροπίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ισορροπία < αρχαία ελληνική ἰσορροπία < ἰσόρροπος < ἰσο- + -ρόπος < ῥέπω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ισορροπία θηλυκό

  1. κατάσταση ενός αντικειμένου ή προσώπου να στέκεται σε μια συγκεκριμένη θέση, αν και τείνει να σταθεί σε κάποια άλλη
    Ο άνθρωπος κατά τους πρώτες μήνες της ζωής του εξασκεί την ισορροπία του, ώστε αργότερα να μάθει να στέκεται όρθιος και τελικά να περπατάει.
    Για να γίνεις ακροβάτης πρέπει να ξέρεις καλή ισορροπία.
  2. (επιστήμες) κατάσταση κατά την οποία δεν φαίνονται μεταβολλές σε ένα σύστημα. Διακρίνεται σε στατική και δυναμική. Στη στατική ισορροπία δεν υπάρχουν μεταβολές, ενώ στη δυναμική υπάρχουν αλλά αλληλοαναιρούνται.
    Το μήλο έχει βάρος, αλλά υπάρχει ισορροπία, γιατί το στηρίζει το τραπέζι.

32πχ Μεταφράσεις[]