ισορροπία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἰσορροπία

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ισορροπία οι ισορροπίες
      γενική της ισορροπίας των ισορροπιών
    αιτιατική την ισορροπία τις ισορροπίες
     κλητική ισορροπία ισορροπίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ισορροπία < αρχαία ελληνική ἰσορροπία < ἰσόρροπος < ἴσος + ῥέπω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ισορροπία θηλυκό

  1. κατάσταση ενός αντικειμένου ή προσώπου να στέκεται σε μια συγκεκριμένη θέση, αν και τείνει να σταθεί σε κάποια άλλη
    Ο άνθρωπος κατά τους πρώτες μήνες της ζωής του εξασκεί την ισορροπία του, ώστε αργότερα να μάθει να στέκεται όρθιος και τελικά να περπατάει.
    Για να γίνεις ακροβάτης πρέπει να ξέρεις καλή ισορροπία.
  2. (επιστήμες) κατάσταση κατά την οποία δεν φαίνονται μεταβολλές σε ένα σύστημα. Διακρίνεται σε στατική και δυναμική. Στη στατική ισορροπία δεν υπάρχουν μεταβολές, ενώ στη δυναμική υπάρχουν αλλά αλληλοαναιρούνται.
    Το μήλο έχει βάρος, αλλά υπάρχει ισορροπία, γιατί το στηρίζει το τραπέζι.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]