ακροβάτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀκροβάτης

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακροβάτης < ελληνιστική κοινή ἀκροβάτης.[1] Συγχρονικά αναλύεται σε ακρο- + -βάτης.

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.kɾɔˈva.tis/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακροβάτης αρσενικό (θηλυκό ακροβάτισσα)

  1. αυτός που περπατάει στην άκρη του σχοινιού
     συνώνυμα: ισορροπιστής
    • επαγγελματίας του θεάματος που εκτελεί επικύνδινα κόλπα και φιγούρες στηριζόμενος στην ισορροπία και τη δύναμή του
       συνώνυμα: ισορροπιστής
    οι ακροβάτες του τσίρκου
  2. (μεταφορικά) αυτός που κάνει ακροβασίες, παράτολμα ή ανορθόδοξα πράγματα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]