ακροβάτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακροβάτης < αρχαία ελληνική ἀκροβάτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακροβάτης αρσενικό

  1. αυτός που περπατάει στην άκρη του σχοινιού
  2. επαγγελματίας του θεάματος που εκτελεί επικύνδινα κόλπα και φιγούρες στηριζόμενος στην ισορροπία και τη δύναμή του

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]