ακρίβεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακρίβεια οι ακρίβειες
      γενική της ακρίβειας
    αιτιατική την ακρίβεια τις ακρίβειες
     κλητική ακρίβεια ακρίβειες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακρίβεια < ακριβής

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακρίβεια θηλυκό

  1. η υψηλή τιμή σε ένα προϊόν ή μια παρεχόμενη υπηρεσία
  2. (κατ' επέκταση) οι ψηλές, σχετικά, τιμές σε αρκετά ή στα περισσότερα προϊόντα ή υπηρεσίες
  3. η χωρίς ατέλειες ολοκλήρωση μιας πράξης, η επίτευξη ενός στόχου που έχει τεθεί δίχως η προσπάθεια να ξεφύγει στο παραμικρό
  4. (όργανο μέτρησης) η μικρότερη τιμή την οποία μπορούμε να διακρίνουμε σε ένα όργανο μέτρησης η οποία εξαρτάται από τις διαβαθμίσεις που υπάρχουν επάνω σε αυτό
    το συνηθισμένο, σπαστό, ξύλινο μέτρο του μαραγκού έχει ακρίβεια μισού χιλιοστού αφού οι ενδείξεις του είναι ανά χιλιοστό
  5. η αξιοπιστία, η πιστότητα καταμέτρησης που έχει ένα όργανο μέτρησης ή η ίδια η μέτρηση
    με τα σύγχρονα όργανα μέτρησης μπορείτε να κάνετε με πολλή μεγαλύτερη ακρίβεια τις μετρήσεις σας αν τα ρυθμίσετε σωστά

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • για την ακρίβεια: χρησιμοποιείται όταν θέλουμε να δώσουμε πιο λεπτομερείς πληροφορίες για το αντικείμενο που αναφερόμαστε, ακριβέστερα
  • μαθηματική ακρίβεια: σαν να έχουν γίνει μαθηματικοί υπολογισμοί για να επιτευχθεί, πάρα πολύ μεγάλη ακρίβεια και, μάλιστα, αξιόπιστη

Μεταφράσεις[επεξεργασία]