ακριβός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ακριβής

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακριβός ακριβή ακριβό
γενική ακριβού ακριβής ακριβού
αιτιατική ακριβό ακριβή ακριβό
κλητική ακριβέ ακριβή ακριβό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακριβοί ακριβές ακριβά
γενική ακριβών ακριβών ακριβών
αιτιατική ακριβούς ακριβές ακριβά
κλητική ακριβοί ακριβές ακριβά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακριβός < αρχαία ελληνική ἀκριβής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.kɾi.ˈvɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /a.kɾi.ˈvi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /a.kɾi.ˈvɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακριβός -ή -ό

  1. που στοιχίζει πολλά χρήματα για να τον αποκτήσεις, πολύτιμος
    αντώνυμα: οικονομικός, φθηνός
  2. που έχει πολλά έξοδα, δαπανηρός
    συνώνυμα: πολυδάπανος, πολυέξοδος
  3. που παρέχει υπηρεσίες σε μεγάλες τιμές
  4. (μεταφορικά) ο αγαπημένος, ο προσφιλής
    ο ακριβός μου (σύζυγος), η ακριβή μου θυγατέρα,
    Παράγωγες λέξεις μονάκριβος


Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

ακριβο-

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]