ακριβός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | ακριβός | η | ακριβή | το | ακριβό |
| γενική | του | ακριβού | της | ακριβής | του | ακριβού |
| αιτιατική | τον | ακριβό | την | ακριβή | το | ακριβό |
| κλητική | ακριβέ | ακριβή | ακριβό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | ακριβοί | οι | ακριβές | τα | ακριβά |
| γενική | των | ακριβών | των | ακριβών | των | ακριβών |
| αιτιατική | τους | ακριβούς | τις | ακριβές | τα | ακριβά |
| κλητική | ακριβοί | ακριβές | ακριβά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]ακριβός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀκριβός < αρχαία ελληνική ἀκριβής
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]ακριβός -ή -ό
- που στοιχίζει πολλά χρήματα για να τον αποκτήσεις, πολύτιμος
- που έχει πολλά έξοδα, δαπανηρός
- που παρέχει υπηρεσίες σε μεγάλες τιμές
- (μεταφορικά) ο αγαπημένος, ο προσφιλής
- ο ακριβός μου (σύζυγος), η ακριβή μου θυγατέρα,
- Παράγωγα μονάκριβος
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ' αλεύρι: για κάποιον που ξοδεύει πολλά σε μη σημαντικά πράγματα και λίγα στα πιο σημαντικά
- τα λόγια του είναι ακριβά: είναι λιγομίλητος
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ακριβός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ακριβός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)