ακριβολογώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακριβολογώ < αρχαία ελληνική ἀκριβολογέομαι-ἀκριβολογοῦμαι

Ρήμα[επεξεργασία]

ακριβολογώ

  1. μιλώ με σαφήνεια, αναλυτικά, δεν αφήνω περιθώριο να παρερμηνευθούν τα λεγόμενά μου με αοριστολογίες, δεν λέω τίποτα λιγότερο και τίποτα παραπάνω από αυτό που πρέπει για να γίνει ξεκάθαρο το νόημα, κυριολεκτώ
    Τα χάσατε,ε; Νομίζετε ότι τα παραλέω. Εγώ όμως ακριβολογώ -όπως σας τα' πα γίνανε τα πράματα

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]