ακριβοπληρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακριβοπληρώνω < ακριβο- + πληρώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

ακριβοπληρώνω

  1. πληρώνω περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε
  2. (μεταφορικά) υφίσταμαι με δριμύτητα τις συνέπειες ενός λάθους μου

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]