οικονομικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική οικονομικός οικονομική οικονομικό
γενική οικονομικού οικονομικής οικονομικού
αιτιατική οικονομικό οικονομική οικονομικό
κλητική οικονομικέ οικονομική οικονομικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οικονομικοί οικονομικές οικονομικά
γενική οικονομικών οικονομικών οικονομικών
αιτιατική οικονομικούς οικονομικές οικονομικά
κλητική οικονομικοί οικονομικές οικονομικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οικονομικός < αρχαία ελληνική οἰκονομικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

οικονομικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την οικονομία και τη διαχείριση των χρημάτων ενός κράτους, επιχείρησης, ιδιώτη κλπ
    οικονομικά μεγέθη, οικονομικός σύμβουλος
  2. φτηνός σε σχέση με αυτό που προσφέρει
    ψάχνω για αυτοκίνητο καλό και οικονομικό
  3. που σχετίζεται με τη συνετή διαχείριση των υλικών και χρηματικών πόρων και την αποφυγή της σπατάλης
    αυτό το αυτοκίνητο ίσως δεν είναι τόσο φτηνό αλλά αποδεικνύεται πολύ οικονομικό στην κατανάλωση βενζίνης
    • οικονομική συσκευασία: για προϊόντα συσκευασμένα σε μεγάλες ποσότητες ώστε να επιτυγχάνεται καλύτερη αναλογία τιμής ανά μονάδα βάρους ή όγκου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]