economic
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | economic |
| συγκριτικός | more economic |
| υπερθετικός | most economic |
Επίθετο
[επεξεργασία]economic (en)
- οικονομικός, σχετικός με την οικονομία μιας χώρας ή τη διαχείριση των οικονομικών ενός ατόμου
economic recovery/development - οικονομική ανάρρωση/ανάπτυξη