τολμηρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική τολμηρός τολμηρή τολμηρό
γενική τολμηρού τολμηρής τολμηρού
αιτιατική τολμηρό τολμηρή τολμηρό
κλητική τολμηρέ τολμηρή τολμηρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τολμηροί τολμηρές τολμηρά
γενική τολμηρών τολμηρών τολμηρών
αιτιατική τολμηρούς τολμηρές τολμηρά
κλητική τολμηροί τολμηρές τολμηρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τολμηρός < αρχαία ελληνική τολμηρός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /tɔl.mi.ˈɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /tɔl.mi.ˈɾi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /tɔl.mi.ˈɾɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

τολμηρός, -ή, -ό

  1. που δε διστάζει να κάνει επικίνδυνες ενέργειες, για να υπερνικήσει εμπόδια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αποφασιστικός, άφοβος, ριψοκίνδυνος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: άτολμος, δειλός, διστακτικός
  2. που έχει θράσος ή/και αναίδεια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αναιδής, θρασύς
  3. που υπερβαίνει τα όρια της ηθικής
    μια τολμηρή εμφάνιση, ένα τολμηρό ντεκολτέ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]