-ηρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο -ηρός η -ηρή το -ηρό
      γενική του -ηρού της -ηρής του -ηρού
    αιτιατική τον -ηρό τη(ν) -ηρή το -ηρό
     κλητική -ηρέ -ηρή -ηρό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι -ηροί οι -ηρές τα -ηρά
      γενική των -ηρών των -ηρών των -ηρών
    αιτιατική τους -ηρούς τις -ηρές τα -ηρά
     κλητική -ηροί -ηρές -ηρά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-ηρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική -ηρός σε αρχαίες λέξεις < λέξεις με θέμα που έληγε σε + -ρός [1]

Επίθημα[επεξεργασία]

-ηρός, -ή, -ό

  • κατάληξη επιθέτων (στο αρσενικό γένος) που δηλώνει ότι κάποιος έχει σε μεγάλο βαθμό την ιδιότητα που δηλώνει το πρώτο συνθετικό, ότι έχει πλησμονή, είναι πλήρης του πρώτου συνθετικού
    λυπηρός (πολλή λύπη, πλήρης θλίψεων)
    ηχηρός (πολύς θόρυβος, δυνατός θόρυβος)
    δαπανηρός ( πολλές δαπάνες)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

όπως ενδεικτικά

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική -ηρός -ηρᾱ́ τὸ -ηρόν
      γενική τοῦ -ηροῦ τῆς -ηρᾶς τοῦ -ηροῦ
      δοτική τῷ -ηρ τῇ -ηρ τῷ -ηρ
    αιτιατική τὸν -ηρόν τὴν -ηρᾱ́ν τὸ -ηρόν
     κλητική ! -ηρέ -ηρᾱ́ -ηρόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ -ηροί αἱ -ηραί τὰ -ηρᾰ́
      γενική τῶν -ηρῶν τῶν -ηρῶν τῶν -ηρῶν
      δοτική τοῖς -ηροῖς ταῖς -ηραῖς τοῖς -ηροῖς
    αιτιατική τοὺς -ηρούς τὰς -ηρᾱ́ς τὰ -ηρᾰ́
     κλητική ! -ηροί -ηραί -ηρᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ -ηρώ τὼ -ηρᾱ́ τὼ -ηρώ
      γεν-δοτ τοῖν -ηροῖν τοῖν -ηραῖν τοῖν -ηροῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'ξηρός' όπως «ξηρός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-ηρός < λέξεις με θέμα που έληγε σε + -ρός όπως δαπανηρός με επέκταση σε άλλα θέματα [1]

Επίθημα[επεξεργασία]

-ηρός, -ά, -όν

Δείτε επίσης[επεξεργασία]