ολισθηρός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ολισθηρός ολισθηρή ολισθηρό
γενική ολισθηρού ολισθηρής ολισθηρού
αιτιατική ολισθηρό ολισθηρή ολισθηρό
κλητική ολισθηρέ ολισθηρή ολισθηρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ολισθηροί ολισθηρές ολισθηρά
γενική ολισθηρών ολισθηρών ολισθηρών
αιτιατική ολισθηρούς ολισθηρές ολισθηρά
κλητική ολισθηροί ολισθηρές ολισθηρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ολισθηρός < αρχαία ελληνική ὀλισθαίνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.li.sθi.ˈɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɔ.li.sθi.ˈɾi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɔ.li.sθi.ˈɾɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ολισθηρός, -ή, -ό

  1. που γλιστρώ, που μπορεί να προκαλέσει γλίστρημα (ολίσθηση)
    με τον πάγο ο δρόμος έγινε ιδιαίτερα ολισθηρός
  2. (μεταφορικά) που κρύβει κιινδύνους
  3. (μεταφορικά) που μπορεί εύκολα να σε κάνει να ξεφύγεις από το ηθικά σωστό
    αυτού του είδους οι λογικές μας οδηγούν σε πολύ ολισθηρά μονοπάτια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]