γλιστρώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: γλιστρῶ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλιστρώ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γλιστρῶ, ἐγλιστρῶ < ἐκ + αρχαία ελληνική λίστρον

Ρήμα[επεξεργασία]

γλιστρώ

  1. κινούμαι εφαπτόμενος σε μια λεία επιφάνεια χωρίς τριβή
    το έλκυθρο γλιστρούσε πάνω στο χιόνι
  2. χάνω την ισορροπία μου επειδή πάτησα σε απολύτως λεία ή υγρή επιφάνεια
    γλίστρησα στο παρκέ και παραλίγο να πέσω
  3. (για οχήματα) χάνω την κατευθυντικότητά μου εξαιτίας ολισθηρού οδοστρώματος
    το αυτοκίνητο γλίστρησε γιατί υπήρχαν χυμένα λάδια στο δρόμο
  4. (μεταφορικά) κινούμαι αθόρυβα χωρίς να γίνομαι αντιληπτός
    γλίστρησε σαν τον κλέφτη μέσα στο δωμάτιο
  5. (για επιφάνειες, σε τρίτο πρόσωπο) υπάρχει κίνδυνος να γλιστρήσει κάποιος
    προσοχή, μετά το ψιλόβροχο γλιστράει ο δρόμος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]