σκληρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : σκλῆρος, σκληρώς, σκληρῶς

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σκληρός σκληρή σκληρό
γενική σκληρού σκληρής σκληρού
αιτιατική σκληρό σκληρή σκληρό
κλητική σκληρέ σκληρή σκληρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκληροί σκληρές σκληρά
γενική σκληρών σκληρών σκληρών
αιτιατική σκληρούς σκληρές σκληρά
κλητική σκληροί σκληρές σκληρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκληρός < αρχαία ελληνική σκληρός < σκέλλω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /skli.ˈɾɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σκληρός, -ή, -ό

  1. συμπαγής ως προς την κατασκευή ή σύστασή του, που κάμπτεται με δυσκολία
    αντώνυμα: μαλακός
  2. (μεταφορικά) που φέρεται άσπλαχνα, χωρίς αγάπη, συμπόνια, επιείκεια ή καλοσύνη
    συνώνυμα: άκαμπτος, άκαρδος, άσπλαχνος, άτεγκτος, αυστηρός
  3. (μεταφορικά) που αντέχει σε κακουχίες και αντιξοότητες
  4. (μεταφορικά) ανυποχώρητος
  5. (μεταφορικά) κουραστικός, επαχθής
  6. (μεταφορικά) επιβλαβής, δυσάρεστος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική σκληρός σκληρά σκληρόν σκληροί σκληραί σκληρά
Γενική σκληροῦ σκληρᾶς σκληροῦ σκληρῶν σκληρῶν σκληρῶν
Δοτική σκληρῷ σκληρᾷ σκληρῷ σκληροῖς σκληραῖς σκληροῖς
Αιτιατική σκληρόν σκληράν σκληρόν σκληρούς σκληράς σκληρά
Κλητική σκληρέ σκληρά σκληρόν σκληροί σκληραί σκληρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική σκληρώ σκληρά
Γενική-Δοτική σκληροῖν σκληραῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκληρός < σκέλλω + -ηρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σκληρός, -ά (& -ή), -όν

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]