σκληρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : σκλῆρος, σκληρώς, σκληρῶς

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σκληρός σκληρή σκληρό
γενική σκληρού σκληρής σκληρού
αιτιατική σκληρό σκληρή σκληρό
κλητική σκληρέ σκληρή σκληρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκληροί σκληρές σκληρά
γενική σκληρών σκληρών σκληρών
αιτιατική σκληρούς σκληρές σκληρά
κλητική σκληροί σκληρές σκληρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκληρός < αρχαία ελληνική σκληρός < σκέλλω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /skli.ˈɾɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σκληρός, -ή, -ό

  1. συμπαγής ως προς την κατασκευή ή σύστασή του, που κάμπτεται με δυσκολία
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: μαλακός
  2. (μεταφορικά) που φέρεται άσπλαχνα, χωρίς αγάπη, συμπόνια, επιείκεια ή καλοσύνη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: άκαμπτος, άκαρδος, άσπλαχνος, άτεγκτος, αυστηρός
  3. (μεταφορικά) που αντέχει σε κακουχίες και αντιξοότητες
  4. (μεταφορικά) ανυποχώρητος
  5. (μεταφορικά) κουραστικός, επαχθής
  6. (μεταφορικά) επιβλαβής, δυσάρεστος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική σκληρός σκληρά σκληρόν σκληροί σκληραί σκληρά
Γενική σκληροῦ σκληρᾶς σκληροῦ σκληρῶν σκληρῶν σκληρῶν
Δοτική σκληρῷ σκληρᾷ σκληρῷ σκληροῖς σκληραῖς σκληροῖς
Αιτιατική σκληρόν σκληράν σκληρόν σκληρούς σκληράς σκληρά
Κλητική σκληρέ σκληρά σκληρόν σκληροί σκληραί σκληρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική σκληρώ σκληρά
Γενική-Δοτική σκληροῖν σκληραῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκληρός < σκέλλω + -ηρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σκληρός, -ά (& -ή), -όν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]