σκληρός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | σκληρός | η | σκληρή | το | σκληρό |
| γενική | του | σκληρού | της | σκληρής | του | σκληρού |
| αιτιατική | τον | σκληρό | τη | σκληρή | το | σκληρό |
| κλητική | σκληρέ | σκληρή | σκληρό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | σκληροί | οι | σκληρές | τα | σκληρά |
| γενική | των | σκληρών | των | σκληρών | των | σκληρών |
| αιτιατική | τους | σκληρούς | τις | σκληρές | τα | σκληρά |
| κλητική | σκληροί | σκληρές | σκληρά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σκληρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκληρός [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /skliˈɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σκλη‐ρός
Επίθετο
[επεξεργασία]σκληρός, -ή, -ό
- συμπαγής ως προς την κατασκευή ή σύστασή του, που κάμπτεται με δυσκολία
- (μεταφορικά) που φέρεται άσπλαχνα, χωρίς αγάπη, συμπόνια, επιείκεια ή καλοσύνη
- ≈ συνώνυμα: άκαμπτος, άκαρδος, άσπλαχνος, άτεγκτος, αυστηρός
- ※ δεν είμαι φτιαγμένος για νταβατζής. Το νταβατζιλίκι απαιτεί μια σκληρότητα, κι είμαι σκληρός, αλλά απαιτεί και έλλειψη ευαισθησίας, κι είμαι ευαίσθητος. (Βασίλης Βασιλικός, Εσύ κι εγώ ερωτικοί διάλογοι, εκδ. Νέα Σύνορα, 2000, σελ. 73)
- ≈ συνώνυμα: άκαμπτος, άκαρδος, άσπλαχνος, άτεγκτος, αυστηρός
- (μεταφορικά) που αντέχει σε κακουχίες και αντιξοότητες
- (μεταφορικά) ανυποχώρητος
- (μεταφορικά) κουραστικός, επαχθής
- (μεταφορικά) επιβλαβής, δυσάρεστος
- (μεταφορικά) που περιέχει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ
- ※ Γέμιζα τις τσέπες μου με ξηρούς καρπούς, το ποτήρι μου με βερμούτ -το σκληρότερο ποτό στον μπουφέ- και καθόμουν παράμερα. (Πέτρος Τατσόπουλος Το αγόρι της πρωινής συγγνώμης [διήγημα])
- (για άνεμο) δυνατός, (για καιρικές συνθήκες) απότομος → δείτε τη σημασία στο μεσαιωνικό σκληρός
- ※ 1824 ⌘ Ανδρέας Κάλβος, ᾨδὴ τετάρτη [IV] «Εἰς τὸν Ἱερὸν Λόχον», 1η στροιφή, ποιητική συλλογή Λύρα. Γενεύη, 1824.
- Ἂς μὴ βρέξῃ ποτὲ
τὸ σύννεφον, καὶ ὁ ἄνεμος
σκληρὸς ἂς μὴ σκορπίσῃ
τὸ χῶμα τὸ μακάριον
’ποὺ σᾶς σκεπάζει.
- Ἂς μὴ βρέξῃ ποτὲ
- ※ 1824 ⌘ Ανδρέας Κάλβος, ᾨδὴ τετάρτη [IV] «Εἰς τὸν Ἱερὸν Λόχον», 1η στροιφή, ποιητική συλλογή Λύρα. Γενεύη, 1824.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- Σκληρός (επώνυμο)
ετυμολογικό πεδίο
σκληρ-
σκληρ-
- σκληρο- Νεοελληνικές λέξεις με πρόθημα σκληρο- στο Βικιλεξικό όπως σκληροπυρηνικός, σκληρόκαρδος, σκληραγωγώ
- αποσκληραίνω
- απόσκληρος
- αποσκληρούμαι
- αποσκληρυμένος
- αποσκληρύνω, αποσκληρύνομαι
- αποσκληρυντής
- αρτηριοσκληρωμένος
- αρτηριοσκληρωτικά (επίρρημα)
- αρτηριοσκληρωτικός
- αρτηριοσκληρωτισμός
- ασκλήρυντος
- επισκληρίδιο
- θερμοσκληρυνόμενος
- κατάσκληρος
- σκληρά (επίρρημα)
- σκληράδα
- σκληραίνω
- σκλήρεμα
- σκληρία
- σκληρίαση
- σκληρίτιδα
- Σκληρός (επώνυμο)
- σκληρότητα
- σκληρούτσικα (επίρρημα)
- σκληρούτσικος (υποκοριστικό)
- σκληρυμένος
- σκλήρυνση & σύνθετα
- σκληρυντικός
- σκληρύνω, σκληρύνομαι
- σκληρώδης
- σκλήρωμα
- σκλήρωση & σύνθετα
- σκληρωτικός
- σκληρωτίνη
- υπόσκληρος
- Όροι με σκληρ- — Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Σχετίζονται μόνο παρετυμολογικά: σκληριά, σκληρίζω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ σκληρός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σκληρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκληρός
- Το ουδέτερο σκληρόν και ουσιαστικοποιημένο.
Επίθετο
[επεξεργασία]σκληρός
- σκληρός, συμπαγής, άκαμπτος
- (μεταφορικά)
- άσπλαχνος, βάναυσος, σκληρός, βίαιος, ατίθασος
- (για τον καιρό) άγριος, μανιασμένος (όπως τα κύματα), δυνατός (όπως ο άνεμος) αντίξοος (για καιρικές συνθήκες)
- (για τόπο) βραχώδης, απότομος, τραχύς, δύσβατος, αδιαπέραστος
- (για δουλειά) επίπονος, κοπιαστικός
- (για ρούχα) ευτελής, άσχημος
- δυσάρεστος, καταθλιπτικός, δυσοίωνος
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κλιτικοί τύποι
[επεξεργασία]- σκληρά (θηλυκό / ουδέτερο πληθυντικός)
- σκληρᾶς (γενική ενικού θηλυκού)
- σκληρές (θηλυκό πληθυντικός)
- σκληρή (θηλυκό)
- σκληρό (ουδέτερο / αιτιατική ενικού αρσενικού)
- σκληρόν (ουδέτερο / αιτιατική ενικού αρσενικού)
- σκληροῦ (γενική ενικού αρσενικού, ουδέτερου)
- σκληρούς (αιτιατική πληθυντικού αρσενικού)
- σκληρῶν (γενική πληθυντικού αρσενικού, ουδέτερου)
Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
σκληρ-
σκληρ-
- σκληρο- Μεσαιωνικές ελληνικές λέξεις με πρόθημα σκληρο- στο Βικιλεξικό όπως σκληροκάρδης, σκληρόκαρδος, σκληραγωγία
και
- ἀντισκληρύνομαι
- ἀπόσκληρα (ουδέτερο πληθυντικός)
- ἀποσκληρόομαι
- ἀποσκλήρωσις
- ἀσκλήρυντος
- ἐνσκληρύνω
- σκληρά (επίρρημα, σημασία στον πληθυντικό του ουδέτερου)
- σκληραίνω
- σκληρεύομαι
- σκληρία, σκληριά
- σκληροσύνη, σκλεροσύνη
- σκληρότατος (υπερθετικός βαθμός)
- σκληρότερος (συγκριτικός βαθμός), σκληροτέρα (θηλυκό)
- σκληρότη, σκληρότης, σκληρότητα
- σκληρυνίσκω (μεσαιωνικά κυπριακά)
- σκληρύνω
- σκληρώδης
- σκληρώνω
- σκληρῶς (επίρρημα)
Πηγές
[επεξεργασία]- «σελ.257-9, Τόμος 20 @archive.org», Θεσσαλονίκη, 2016. Επιπλέον τόμοι στο: ⌘ Εμμανουήλ Κριαράς. Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Τόμοι Α-… (1969-). Επιμελητές: Τόμοι 1-14, Κριαράς. Τόμοι 15-22, Ιωάννης Ν. Καζάζης. Τόμοι 23-… Γ. Κ. Γιαννάκης. Πολυτονικό σύστημα: τόμοι 1-4, μονοτονικό: τόμοι 5-τέλος, pdf.Βιβλιογραφία. Οι τόμοι 1-18 στα Άπαντα Εμμανουήλ Κριαρά στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σκληρός < θέμα σκλη-, μεταπτωτική βαθμίδα για την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)kelh₁- + -ρός [1]
Επίθετο
[επεξεργασία]σκληρός, -ά, -όν
Παράγωγα
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
σκληρ-
σκληρ-
- σκληρο- Αρχαίες ελληνικές λέξεις με πρόθημα σκληρο- στο Βικιλεξικό όπως σκληροδίαιτος, σκληρόδερμος, σκληραγωγέω,...
και
- ἀπεσκληρυμμένως
- ἀπόσκληρος
- ἀποσκληρύνω
- ἐπίσκληρος
- ἐπισκληρύνομαι
- κατασκληραίνω
- κατασκληρόομαι
- κατάσκληρος
- κατασκληρύνομαι
- περίσκληρος
- περισκληρύνω
- σκληρασία
- σκληρία
- σκληρίασις
- σκληροειδής
- σκλῆρος (?)
- σκληρότηρ
- σκληρότης
- σκληρόω
- σκληρυντικός
- σκληρύνω
- σκλήρυσμα
- σκληρυσμός
- σκληρώδης
- σκλήρωμα
- σκλήρωσις
- ὑπέρσκληρος
- ὑπόσκληρος
- ὑποσκληρύνομαι
Δε σχετίζεται το δύσκληρος, προσκληρόω (→ δείτε τη λέξη κλῆρος)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- σκληρός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- σκληρός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)kelh₁- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (νέα ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)kelh₁- (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Επίθετα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'ξηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ξηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)kelh₁- (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ρός (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)