μανιασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μανιασμένος μανιασμένη μανιασμένο
γενική μανιασμένου μανιασμένης μανιασμένου
αιτιατική μανιασμένο μανιασμένη μανιασμένο
κλητική μανιασμένε μανιασμένη μανιασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μανιασμένοι μανιασμένες μανιασμένα
γενική μανιασμένων μανιασμένων μανιασμένων
αιτιατική μανιασμένους μανιασμένες μανιασμένα
κλητική μανιασμένοι μανιασμένες μανιασμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μανιάζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

μανιασμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: μανιάζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]