σκληροπυρηνικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική σκληροπυρηνικός σκληροπυρηνική σκληροπυρηνικό
γενική σκληροπυρηνικού σκληροπυρηνικής σκληροπυρηνικού
αιτιατική σκληροπυρηνικό σκληροπυρηνική σκληροπυρηνικό
κλητική σκληροπυρηνικέ σκληροπυρηνική σκληροπυρηνικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκληροπυρηνικοί σκληροπυρηνικές σκληροπυρηνικά
γενική σκληροπυρηνικών σκληροπυρηνικών σκληροπυρηνικών
αιτιατική σκληροπυρηνικούς σκληροπυρηνικές σκληροπυρηνικά
κλητική σκληροπυρηνικοί σκληροπυρηνικές σκληροπυρηνικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκληροπυρηνικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σκληροπυρηνικός, -ή, -ό

  1. (για πρόσωπο) που ανήκει στον σκληρό πυρήνα οργάνωσης, κόμματος κ.τ.λ και δεν δέχεται την παραμικρή απόκλιση από τις επίσημες θέσεις αυτής της οργάνωσης
  2. αδιάλλακτος
    έχει σκληροπυρηνικές απόψεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]