πυρήνας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | πυρήνας | οι | πυρήνες |
| γενική | του | πυρήνα | των | πυρήνων |
| αιτιατική | τον | πυρήνα | τους | πυρήνες |
| κλητική | πυρήνα | πυρήνες | ||
| Κατηγορία όπως «αγώνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πυρήνας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πυρήν. Συγκρίνετε με το πυρήνα.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pi.ˈɾi.nas/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πυ‐ρή‐νας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πυρήνας αρσενικό
- (φυσική) το κέντρο του ατόμου, που αποτελείται από πρωτόνια και νετρόνια
- (βιολογία, ανατομία) μεγάλο σωματίδιο στο κέντρο του κυττάρου
- ※ Το κύτταρο είναι το πιο μικρό τμήμα κάθε ζώντος οργανισμού. Αποτελείται από μια μεμβράνη, το κυτταρόπλασμα και τον πυρήνα». Όλοι μάθαμε αυτό τον ορισμό στο σχολείο. Εδώ και λίγα χρόνια μόλις, μπορούμε να προσθέσουμε ότι «είναι επίσης ένα πολύπλοκο και καλά οργανωμένο εργοστάσιο». (Δελτίο της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, τόμος 9, Σχολή Μωραΐτη, 1986, σελ. 189)
- ※ Κάρυο λέγεται στὴ βιολογία ὁ πυρήνας τοῦ κυττάρου. Καρυοκίνηση ἢ μίτωση ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν κυττάρων μὲ ἔμμεση διαίρεση σὲ δυὸ κύτταρα, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἄμεση, καὶ καρυογαμία ἡ σύντηξη δύο πυρήνων γενετησίων κυττάρων. (Νέα εστία, τ. 66, 1959, σελ. 844)
- το κουκούτσι ενός καρπού, π.χ. ενός φρούτου ή της ελιάς (από τον οποίο παράγεται το πυρηνέλαιο)
- (συνεκδοχικά) η καύσιμη ύλη που παράγεται από τα κουκούτσια (π.χ. ελαιοκάρπου)
- το νοηματικό κέντρο, η ουσία, η "καρδιά" ενός ζητήματος
- η μικρότερη οργανωτική μονάδα ενός πολιτικού οργανισμού, π.χ. ενός κόμματος
- ※ Πολλοί πυρήνες αποτελούν την αχτίδα με την αχτιδική επιτροπή. Πολλές αχτίδες, την περιφερειακή επιτροπή. Πολλές περιφερειακές τις περιοχές με τα γραφεία τους και πιο πάνω η Κεντρική Επιτροπή, το κομμουνιστικό κόμμα Ελλάδας (Γιάννης Μανούσακας, Το χρονικό ενός αγώνα, τόμος 1, εκδ. Γνώση, 1986, σελ. 198)
- (υλικό υπολογιστή) core: ο επεξεργαστής μιας ΚΜΕ, που μπορεί να αποτελείται από έναν ή περισσότερους επεξεργαστές
- → δείτε τις λέξεις μονοπύρηνος και πολυπύρηνος
- (πληροφορική, νεολογισμός) kernel: λογισμικό που αναλαμβάνει τον έλεγχο όλων των χαμηλού επιπέδου λειτουργιών του υπολογιστή, π.χ τη διαχείριση της μνήμης ή την επικοινωνία με συσκευές
- (πληροφορική) core: το βασικό τμήμα ενός λογισμικού
- (αστρονομία) η κεντρική περιοχή ενός άστρου
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- αντιπυρηνικός
- αποπυρηνικοποιημένος
- αποπυρηνικοποίηση
- αποπυρηνικοποιώ
- αποπυρηνικοποιημένος
- απυρηνικός
- απύρηνος
- γλυκοπύρηνος
- διπύρηνος
- εκπυρήνιση
- ελαιοπυρήνα
- ελαιοπυρήνας
- θερμοπυρηνικός
- μονοπύρηνος
- μονοπυρήνωση
- οκταπύρηνος
- πολυπύρηνος
- πυρηνέλαιο
- πυρηνελαιουργείο
- πυρηνοειδής
- πυρηνοκίνητος
- πυρηνολυσία
- πυρηνοτομία
- σκληροπυρηνικός
- συμπύρηνος
- τετραπύρηνος
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
πυρήνας στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πυρήνας
βιολογία, ανατομία
|
πληροφορική, λογισμικό χαμηλού επιπέδου
πληροφορική, βασικό τμήμα ενός λογισμικού
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αγώνας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικές αποδόσεις από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φυσική (νέα ελληνικά)
- Βιολογία (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Υλικό υπολογιστή (νέα ελληνικά)
- Πληροφορική (νέα ελληνικά)
- Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
- Αστρονομία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)