Kern

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Kern die Kerne
γενική des Kerns
des Kernes
der Kerne
δοτική dem Kern den Kernen
αιτιατική den Kern die Kerne

Kern (de) αρσενικό

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. πυρήνας
  3. κουκούτσι
  4. το βασικό στοιχείο ενός προβλήματος, θέματος, κ.α.