κύτταρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κύτταρο κύτταρα
γενική κυττάρου κυττάρων
αιτιατική κύτταρο κύτταρα
κλητική κύτταρο κύτταρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κύτταρο < αρχαία ελληνική κύτταρον και κύτταρος (κελί κυψέλης) < κύτος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κύτταρο (el) ουδέτερο (πληθυντικός : κύτταρα)

  • (βιολ.) η δομική και λειτουργική μονάδα των ζώντων οργανισμών (με εξαίρεση τους ιούς)
Το κύτταρο αποτελεί τη θεμελιώδη μονάδα της ζωής.
αρχέγονα κύτταρα, βλαστικά κύτταρα, πλακώδη κύτταρα κ.λπ.
  • (μτφ.) κάθε βασική δομική μονάδα
Η οικογένεια είναι το κύτταρο της κοινωνίας.

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]