Μετάβαση στο περιεχόμενο

κύτταρο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κύτταρο τα κύτταρα
      γενική του κυττάρου
& κύτταρου
των κυττάρων
    αιτιατική το κύτταρο τα κύτταρα
     κλητική κύτταρο κύτταρα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κύτταρο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κύτταρον και κύτταρος (κελί κυψέλης) < κύτος και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cellule[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈci.ta.ɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κύτταρο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κύτταρο ουδέτερο

  1. (βιολογία) η δομική και λειτουργική μονάδα των ζώντων οργανισμών (με εξαίρεση τους ιούς)
    παράδειγμα  Το κύτταρο αποτελεί τη θεμελιώδη μονάδα της ζωής.
    παράδειγμα  αρχέγονα κύτταρα, βλαστικά κύτταρα, πλακώδη κύτταρα κ.λπ.
      Τα κύτταρα Leydig εκκρίνουν ανδρογόνα με κύριο εκπρόσωπο την τεστοστερόνη (Η βιοσύνθεση των ανδρογόνων, Ηλεκτρονική Πύλη του Ασκληπιακού Πάρκου, ανακτήθηκε στις 17/5/2025 )
  2. (μεταφορικά) κάθε βασική δομική μονάδα
    παράδειγμα  Η οικογένεια είναι το κύτταρο της κοινωνίας.

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]