πυρηνέλαιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πυρηνέλαιο πυρηνέλαια
γενική πυρηνελαίου
& πυρηνέλαιου
πυρηνελαίων
& πυρηνέλαιων
αιτιατική πυρηνέλαιο πυρηνέλαια
κλητική πυρηνέλαιο πυρηνέλαια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυρηνέλαιο < πυρήνας + έλαιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πυρηνέλαιο ουδέτερο

  1. λάδι που προέρχεται από τον πολτό που παραμένει μετά την πρώτη μηχανική αφαίρεση του ελαιόλαδου, δηλαδή από το συντεθλιμμένο κουκούτσι και τη συντεθλιμμένη ψίχα της ελιάς (που ονομάζεται «πυρήνας»)
    Το πυρηνέλαιο είναι μια από τις 4 κατηγορίες του ελαιολάδου που μπορούν να χρησιμοποιούνται στη μαζική εστίαση μαζί με τα ‘έξτρα παρθένο’, ‘παρθένο’ και το ‘ελαιόλαδο αποτελούμενο από…’. Είναι μια ανάμιξη ραφινέ πυρηνελαίου με παρθένο ή έξτρα παρθένο ελαιόλαδο. (Δύο Έμπειροι Επαγγελματίες Σχολιάζουν Την Ελαιουργική Πραγματικότητα, 13/11/2017, grillmagazine.gr

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]