άστρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άστρο άστρα
γενική άστρου άστρων
αιτιατική άστρο άστρα
κλητική άστρο άστρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άστρο < αρχαία ελληνική ἄστρον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.stɾɔ/
ένα ομοίωμα άστρου με πέντε ακτίνες (3)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άστρο ουδέτερο

  1. (αστρονομία) φωτεινό ουράνιο σώμα, όπως είναι ορατό από τη γη
    σύμβολο: *
  2. τα ουράνια σώματα ως κάτι που προαναγγέλλει το μέλλον
    έχει άστρο: είναι προορισμένος από τη μοίρα να πετύχει
  3. (μεταφορικά) (+ γενική προσώπου) η λάμψη, η επιτυχία ενός ανθρώπου στον καλλιτεχνικό κυρίως χώρο
    μετά από αυτές τις περιπέτειες το άστρο του διάσημου τραγουδιστή άρχισε να δύει
  4. ομοίωμα (ζωγραφισμένο ή χάρτινο ή από άλλο υλικό) φωτεινής πηγής στον ουρανό με πέντε (πεντάλφα) ή έξι ακτίνες
    το άστρο του Δαβίδ

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Θέμα αστρο-

Θέμα αστερ-

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]