αστέρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αστέρι αστέρια
γενική αστεριού αστεριών
αιτιατική αστέρι αστέρια
κλητική αστέρι αστέρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστέρι < ἀστέριον < υποκοριστικό της λέξης ἀστήρ


ένα πεντάκτινο αστέρι (2)
επωμίδα λοχαγού με τρία αστέρια (3)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αστέρι ουδέτερο

  1. (αστρονομία) φωτεινό ουράνιο σώμα.
    αυτό το ουράνιο σώμα, όπως είναι ορατό από τη γη
    τα ουράνια σώματα ως κάτι που προαναγγέλλει το μέλλον
  2. ομοίωμα φωτεινής πηγής στον ουρανό (ζωγραφισμένο, χάρτινο ή από άλλο υλικό)
    ένα πεντάκτινο αστέρι
  3. διακριτικό βαθμού για αξιωματικούς του στρατού
    ο λοχαγός φέρει στην επωμίδα του τρία ασημένια αστέρια
  4. σύμβολο που χρησιμοποιείται για την βαθμολόγηση των ξενοδοχείων αλλά και εστιατορίων, θεαμάτων κλπ
  5. άνθρωπος με μεγάλη λάμψη και επιτυχία, ιδίως στον καλλιτεχνικό χώρο
  6. άνθρωπος πανέξυπνος
    αυτό το παιδί είναι αστέρι στα μαθηματικά

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Υποκοριστικά[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]