αστερίσκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αστερίσκος αστερίσκοι
γενική αστερίσκου αστερίσκων
αιτιατική αστερίσκο αστερίσκους
κλητική αστερίσκε αστερίσκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστερίσκος < (λόγιο) < ελληνιστική κοινή ἀστερίσκος[1] < ἀστήρ, ἀστερ-  + υποκοριστικό επίθημα -ίσκος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.stɛˈɾi.skɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αστερίσκος αρσενικό

  1. (τυπογραφία) τυπογραφικό σημάδι σε μορφή μικρού αστεριού (*)· τίθεται σε κείμενο για να υποδείξει την ύπαρξη μιας σχετικής υποσημειώσεως
  2. (συνεκδοχικά) η επιφύλαξη που διατυπώνεται σε ένα κείμενο από έναν από τους υπογράφοντες
    Κυβερνητικές πηγές έλεγαν χθες ότι η Ελλάδα μείωσε το έλλειμμα περισσότερο από ό,τι δεσμευόταν, ότι έδειξε μεγάλη συνέπεια στις δεσμεύσεις που ανέλαβε και ότι για πρώτη φορά έχει αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία χωρίς αστερίσκους από τη Εurostat. (από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 17 Νοεμβρίου 2010)

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • σύμβολο: *

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]