αμάρτυρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κατηγορία:Αμάρτυροι τύποι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμάρτυρος αμάρτυρη αμάρτυρο
γενική αμάρτυρου αμάρτυρης αμάρτυρου
αιτιατική αμάρτυρο αμάρτυρη αμάρτυρο
κλητική αμάρτυρε αμάρτυρη αμάρτυρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμάρτυροι αμάρτυρες αμάρτυρα
γενική αμάρτυρων αμάρτυρων αμάρτυρων
αιτιατική αμάρτυρους αμάρτυρες αμάρτυρα
κλητική αμάρτυροι αμάρτυρες αμάρτυρα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμάρτυρος < (λόγιο) αρχαία ελληνική ἀμάρτυρος (χωρίς μάρτυρες ή μαρτυρία) < ἀ- + μάρτυς, σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική unbezeugt ή την αγγλική unattested[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a'maɾ.ti.ɾɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

αμάρτυρος, -η, -ο

  1. που δεν υπάρχει μαρτυρία γι’ αυτόν, δεν αποδεικνύεται
  2. (γλωσσολογία) για όρο ή λέξη που δεν εντοπίζεται σε υπάρχον γραπτό κείμενο, αλλά εικάζεται ότι υπήρξε τουλάχιστον προφορική χρήση της. Σημειώνεται το σύμβολο * (αστερίσκος) μπροστά από τη λέξη
    1. (στην κλασική φιλολογία) τύπος ή λέξη που δεν μαρτυρείται, δεν σώζεται σε αρχαίο κείμενο, αλλά τη γνωρίζουμε από άλλη της μορφή (κλιτικό τύπο ή σύνθετη λέξη) ή από σχόλια γραμματικών και λεξικογράφων
      παράδειγμα: η αρχαία ελληνική λέξη *λύκη που απαντά σε σύνθετα όπως: ἀμφιλύκη
    2. (ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία) τύποι (ρίζες, λέξεις) υποθετικών γλωσσών, στους οποίους φθάνουμε με τους αυστηρούς κανόνες της ανασύνθεσηςεπανασύνθεσης)
      παράδειγμα: για το ρήμα ἄγω η πρωτοελληνική *ágō (*ágōστο en.wiktionary)
      παράδειγμα: πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ph₂tḗr (δείτε την αρχαία πατήρ)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]