ανασύνθεση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανασύνθεση ανασυνθέσεις
γενική ανασύνθεσης
& ανασυνθέσεως
ανασυνθέσεων
αιτιατική ανασύνθεση ανασυνθέσεις
κλητική ανασύνθεση ανασυνθέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανασύνθεση < ἀνασύνθεσις στην (καθαρεύουσα) < ἀνασυνθέτω < λόγια λέξη από το αρχαία ελληνική πρόθεση ἀνά και το αρχαία ελληνική συντίθημι για να αποδοθεί το γαλλικό recomposer

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανασύνθεση θηλυκό (ο πληθ. πιο δόκιμος κυρίως για την 3η έννοια, για απτό αποτέλεσμα ανασύνθεσης ή στον προφορικό λόγο)

  1. αλλαγή στη σύνθεση των μελών μιας ομάδας, η νέα σύνθεση, πιθανώς με διατήρηση παλιών στοιχείων αλλά και με προσθήκη νέων
    η ανάγκη της πληθυσμιακής ανασύνθεσης μιας περιοχής της χώρας όπου παρατηρείται πλειοψηφία μη αμιγώς ελληνικών στοιχείων
  2. ανασχηματισμός, αναδόμηση, αναδιοργάνωση
    η ανασύνθεση της κυβέρνησης
    η ανασύνθεση της αριστεράς
  3. αναπαράσταση, πιστή απεικόνιση, τεχνητή αναβίωση του παρελθόντος ή στοιχείου του παρελθόντος ή και του παρόντος (π.χ. στην μαγνητική τομογραφία)
    Ενδιαφέρουσα ταινία, με πολύ καλή ανασύνθεση της εποχής του '60
    Η ανασύνθεση του εγκεφάλου των πρώτων συγγενών μας, οι οποίοι έζησαν στις πεδιάδες της Αφρικής πριν από χιλιάδες χρόνια
    Οι αρχαιολογικές παρουσιάσεις και ανασυνθέσεις ως μέσον γνώσεως
    Ο συγκεκριμένος αξονικός παρέχει τη δυνατότητα για τρισδιάστατες ανασυνθέσεις
  4. (φυσική) η επανασύνθεση ενός στοιχείου που έχει αναλυθεί και η επαναφορά της αρχικής του σύνθεσης
    Κάθε σύνθετο φως μπορεί να υποστεί ανασύνθεση...Μια τέτοια ανασύνθεση λευκού φωτός μπορεί να γίνει επίσης και με τον δίσκο του Νεύτωνα.
  5. αναδημιουργία, αναπλήρωση (π.χ. για το γλυκογόνο που ανασυνθέτει ο ανθρώπινος οργανισμός από τη γλυκόζη που συνθέτει από τους υδατάνθρακες που προσλαμβάνει)
    Η ανασύνθεση γλυκογόνου μετά από άσκηση...


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]