πατήρ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πατήρ αρσενικό

  1. (καθαρεύουσα) πατέρας
  2. τίτλος για ιερείς
    σε αυτή την εκκλησία λειτουργεί ο πατήρ Γεώργιος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική πατήρ πατέρες
Γενική πατρός πατέρων
Δοτική πατρί πατράσι(ν)
Αιτιατική πατέρα πατέρας
Κλητική πάτερ πατέρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πατήρ < ινδοευρωπαϊκή *ph₂tḗr. Από την ίδια ρίζα και το λατινικό pater, το σανσκριτικό पितृ (pitṛ), το αρχαίο αρμενικό հայր (hayr) και το πρωτογερμανικό *fadēr (αρχαίο αγγλικό fæder > αγγλικό father, γερμανικό Vater κλπ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πατήρ αρσενικό

  1. πατέρας, γονιός
  2. πρωτουργός, πρωταίτιος
  3. προσφώνηση, από σεβασμό, ηλικιωμένου άντρα
ξεῖνε πάτερ

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • οἱ πατέρες: οι πρόγονοι