πατρυιός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | πατρυιός | οι | πατρυιοί |
| γενική | του | πατρυιού | των | πατρυιών |
| αιτιατική | τον | πατρυιό | τους | πατρυιούς |
| κλητική | πατρυιέ | πατρυιοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pa.tri'os/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πα‐τρυι‐ός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πατρυιός θηλυκό
- (παρωχημένο) μη απλοποιημένη γραφή του πατριός
Πηγές
[επεξεργασία]- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | πατρυιός | οἱ | πατρυιοί |
| γενική | τοῦ | πατρυιοῦ | τῶν | πατρυιῶν |
| δοτική | τῷ | πατρυιῷ | τοῖς | πατρυιοῖς |
| αιτιατική | τὸν | πατρυιόν | τοὺς | πατρυιούς |
| κλητική ὦ! | πατρυιέ | πατρυιοί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | πατρυιώ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | πατρυιοῖν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πατρυιός (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική πατήρ κατά το μητρυιά
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πατρυιός αρσενικό (ελληνιστική κοινή)
Πηγές
[επεξεργασία]- πατρυιός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Όροι με παρωχημένη γραφή (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Δημιουργία λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Οικογένεια (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)