πατρίς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
πατρῐδ-
ονομαστική πατρίς αἱ πατρίδες
      γενική τῆς πατρίδος τῶν πατρίδων
      δοτική τῇ πατρίδ ταῖς πατρίσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν πατρίδ τὰς πατρίδᾰς
     κλητική ! πατρίς πατρίδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πατρίδε
γεν-δοτ τοῖν  πατρίδοιν
Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος.
3η κλίση, ομάδα 'δ1', Κατηγορία όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πατρίς < θηλυκό του επιθέτου πάτριος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πατρίς θηλυκό

  1. η πάτρια γη, ο τόπος της γέννησης, της καταγωγής
    πατρίς γαῖα
    ※  πατρὶς γάρ ἐστι πᾶσ᾽ ἵν᾽ ἂν πράττῃ τις εὖ (Αριστοφάνης, Πλοῦτος], 1.151)
  2. δείτε τη λέξη πάτρα
    1. κοινή πατρίς: ο κάτω κόσμος
    2. η πόλη ή το χώριο όπου γεννήθηκε κανείς

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]