πόλις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
πολῐ- πολε-
ονομαστική πόλῐς αἱ πόλεις
      γενική τῆς πόλεως τῶν πόλεων
      δοτική τῇ πόλει ταῖς πόλεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν πόλῐν τὰς πόλεις
     κλητική ! πόλῐ πόλεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πόλει
γεν-δοτ τοῖν  πολέοιν
Δείτε και σημειώσεις για πολλούς επιπλέον κλιτικούς τύπους.
3η κλίση, Κατηγορία 'πόλις' όπως «πόλις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πόλις < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tpólHis < *tpelH- (οχύρωση)
Ήδη μυκηναϊκή 𐀡𐀵𐀪𐀍 (po-to-ri-jo, πτόλιος). Για το pt δείτε τη μορφή πτόλις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πόλις θηλυκό και πτόλις

  1. το φρούριο της πόλης, η ακρόπολή της, (με την υπόλοιπη πόλη, στην Αθήνα τουλάχιστον, να αποκαλείται σε παλιότερες εποχές άστυ)
    ※ 5ος αιώνας πκε  Θουκυδίδης, Ἱστορίαι
    καλεῖται δὲ διὰ τὴν παλαιὰν ταύτῃ κατοίκησιν καὶ ἡ ἀκρόπολις μέχρι τοῦδε ἔτι ὑπ᾽ Ἀθηναίων πόλις.
  2. πόλη, η πόλη κράτος, η πατρίδα, ο τόπος κάποιου
    ※  8ος αιώνας πκε   Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 19 (τ. Ὀδυσσέως καὶ Πηνελόπης ὁμιλία. Νίπτρα.), στίχ. 105
    τίς πόθεν εἰς ἀνδρῶν; πόθι τοι πόλις ἠδὲ τοκῆες;
    ποιός είσαι, κι αποπούθε ; Ποιοί 'ν' οι γονιοί σου, ο τόπος σου; (απόδοση: Αργύρης Εφταλιώτης
  3. χώρα, μεγάλη περιοχή
    ※  Λυσίας, Κατά Ανδοκίδου
    ἔπειτα δὲ καὶ διώχληκε πόλεις πολλὰς ἐν τῇ ἀποδημίᾳ, Σικελίαν, Ἰταλίαν, Πελοπόννησον, Θετταλίαν, Ἑλλήσποντον, Ἰωνίαν, Κύπρον
  4. η ελεύθερη πολιτεία, η δημοκρατία
    ※  Σοφοκλής, Ἀντιγόνη, 737-739
    -Αἵμων: πόλις γὰρ οὐκ ἔσθ᾽ ἥτις ἀνδρός ἐσθ᾽ ἑνός. -Κρέων: οὐ τοῦ κρατοῦντος ἡ πόλις νομίζεται; -Αἵμων: καλῶς γ᾽ ἐρήμης ἂν σὺ γῆς ἄρχοις μόνος.
    Αίμων: Δε λέγεται πόλη αυτή που ανήκει σε έναν άνδρα Κρέων: Δε θεωρείται ότι η πόλη ανήκει σε εκείνον που κρατάει την εξουσία; Αίμων: Θα ήσουν θαυμάσιος μονάρχης σε μια έρημο
  5. το σύνολο των πολιτών, ο δήμος
  6. το δικαίωμα του πολίτη, η ιδιότητα του πολίτη
    ※  Δημοσθένης, Κατὰ Μειδίου (21)
    νῦν δὲ τούτοις οἷς ἐποίει καὶ διεπράττετ᾽ ἐκεῖνά τε καὶ τὰ λοιπὰ πάντα, τὴν πόλιν, τὸ γένος, τὴν ἐπιτιμίαν, τὰς ἐλπίδας #:: τώρα φαίνεται πως όσα έκανε στόχευαν στα πάντα, όσα είναι δικά μου, την ιδιότητά μου ως πολίτη, την οικογένειά μου, τα προνόμιά μου, τις ελπίδες μου

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Κλιτικοί τύποι[επεξεργασία]

  • εκτός της κλίσης που παρατίθεται ως η συνηθέστερη απαντώνται και οι εξής τύποι κατά τόπους ή στην ποίηση
    γεν. πόλιος πόληος πόλεος πτόλιος πόλειως
    δοτική πόλει πτόλεϊ πόληϊ πόλι πόλῃ
    αιτ. πόληα
    ονομ. πλ. πόλιες πόληες
    γεν. πληθ. πολίων
    δοτική πλ. πολύεσσι πόλισι πολίεσι πόλιθι
    αιτ. πλ. πόλεις πόληας πόλιας πόλεας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

 ετυμολογικό πεδίο 
πολ- 

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]