πολίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολίζω < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πολίζω

  1. χτίζω μια πόλη
  2. (γενικότερα) χτίζω, κατασκευάζω