χτίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χτίζω < μεσαιωνική ελληνική χτίζω < αρχαία ελληνική κτίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χτίζω (παθητική φωνή: χτίζομαι)

  1. κατασκευάζω με τούβλα, ξύλα ή άλλα υλικά κάτι (οίκημα, οικοδόμημα κ.λπ.)
  2. (μεταφορικά) δημιουργώ

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]