build

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας build
γ΄ ενικό ενεστώτα builds
αόριστος built
παθητική μετοχή built
ενεργητική μετοχή building
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

build (en)

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
build builds

build (en)

  1. η μορφή του σώματος, η σωματοδομή
    → και δείτε τη λέξη σωματότυπος
  2. (πληροφορική) λογισμικό όπως αυτό έχει προκύψει από τον πηγαίο κώδικα και απευθύνεται στον τελικό χρήστη (end user)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]