νέμω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νέμω < (λόγιο) αρχαία ελληνική νέμω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈnε.mɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

νέμω, αόρ.: ένειμα, παθ.φωνή: νέμομαι, κυρίως σε σύνθετα ρήματα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

και δείτε τα παράγωγά τους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νέμω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *nem-

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

νέμω

  1. διανέμω, μοιράζω
  2. απονέμω, προσφέρω
  3. έχω, κατέχω
  4. κατοικώ
  5. (μεταφορικά) κρίνω, νομίζω
  6. (αναφερόμενος σε ζώα) βόσκω
  7. (αναφερόμενος σε πόλη) καταστρέφω, καίω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

σύνθετα:

άλλα: (και δείτε τα συγγενικά τους)

Κλίση[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]